αποκρύβομαι

αποκρύβομαι, αποκρύφτηκα, αποκρυμμένος βλ. πίν. 8 και πρβλ. αποκρύπτομαι

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκρύπτομαι — αποκρύπτομαι, αποκρύφθηκα και αποκρύφτηκα, αποκρυμμένος βλ. πίν. 12 και πρβλ. αποκρύβομαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.